Peter Lehmann
Στο: Kerstin Kempker (Hg.), »Flucht in die Wirklichkeit. Das Berliner Weglaufhaus«, 1996, σ. 30 - 37
Μετάφραση από τα γερμανικά: Άννα Εμμανουηλίδου
Για να δραπετεύεις..
Πώς δημιουργήθηκε το Σπίτι Φυγής
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια αντιψυχιατρική ομάδα αυτοβοήθειας επιζησάντων τη ψυχιατρικής, μια κοινότητα αλληλεγγύης με το όνομα «Η επίθεση των Τρελών» (Irrenoffensive e.V.). Οργανωθήκαμε μεταξύ μας το 1980 στο Βερολίνο, με σκοπό να στηρίξουμε και να ενδυναμώσουμε ο ένας τον άλλον, να ανταλλάσσουμε εμπειρίες και να αναλάβουμε από κοινού δράση ενάντια στην ψυχιατρική.
Μαζί με μέλη του «Κέντρου Διαμαρτυριών γύρω από τα Ψυχιατρεία» η ομάδα μας πήγε το 1982 με δύο βανάκια volkswagen στο Άμστερνταμ στο συνέδριο »Psychipol«, το οποίο αφορούσε σε εναλλακτικές λύσεις στην κλασική ψυχιατρική. Στο περιθώριο του συνεδρίου η ομάδα μας επισκέφτηκε το Wegloophuis Kaizersgracht, ήταν το ολλανδικό Σπίτι Φυγής στο Κάιζερσκραχτ. Η έκπληξή μας που υπήρχε κάτι τέτοιο, οδήγησε μετά την επιστροφή μας στο Βερολίνο στην σφοδρή επιθυμία να οργανώσουμε ένα σπίτι για ένα πρόγραμμα δικό μας. Δημιουργήθηκε μια «Ομάδα Σπιτιού» από μέλη της «Επίθεσης των Τρελών» και του «Κέντρου Διαμαρτυριών» του Βερολίνου, κατά κύριο λόγο από φοιτήτριες και φοιτητές ψυχολογίας, οι οποίοι δεν είχαν προσωπική ψυχιατρική εμπειρία (Stöckle 1983a). Αυτή η ομάδα συναντιόταν σταθερά και άρχισε σιγά-σιγά να διατυπώνει με κάποια σαφήνεια το τι έμελλε να διαδραματίζεται σ’ αυτό το σπίτι που οραματιζόμασταν. ΄Ηδη από το 1983 φάνηκε ότι υπήρχαν διαφορετικές απόψεις.
Ένα τμήμα της «Ομάδας Σπιτιού» ήθελε να ιδρύσει ένα εναλλακτικό αντιψυχιατρικά εμπνεόμενο τρελοκομείο, ένα «Σπίτι των Τρελών», στο οποίο θα έμεναν αποκλειστικά πρόσωπα με προσωπική ψυχιατρική εμπειρία, και κυρίως μέλη της «Επίθεσης των Τρελών». Το σύνθημά τους ήταν «κοινή ζωή, κοινή δουλειά, κοινός αγώνας». Το σπίτι θα πρόσφερε προστασία από την μόνιμη απειλή της προσαγωγής στο ψυχιατρείο. Επιδόματα πρόνοιας, ανάρρωσης και αναπηρικές συντάξεις θα πρόσφεραν την αναγκαία οικονομική εξασφάλιση, θα έκαναν περιττές κρατικές επιχορηγήσεις και θα καθιστούσαν εφικτή την απαλλαγή από την απομόνωση και τις συνθήκες ζωής που παρήγαγαν την τρέλα (Pietsch 1983).
΄Eνα άλλο τμήμα της «Ομάδας Σπιτιού» ήθελε επίσης ένα «Σπίτι των τρελών»: ωστόσο θα έπρεπε να είναι χρηματοδοτούμενο από το κράτος, καθοδηγημένο από τις εμπειρίες των άμεσα ενδιαφερόμενων, αλλά χωρίς αποκλεισμό άλλων εμπειριών. Η αμιγής πρόταση της αυτοβοήθειας θα διευρυνόταν, λαμβάνοντας υπόψιν ικανότητες ανθρώπων χωρίς ψυχιατρική εμπειρία και προς όφελος και άλλων κοινωνικών ομάδων. Αυτό το σπίτι όφειλε λοιπόν να στελεχωθεί και να λειτουργεί από μια κατά το δυνατόν μεικτή και αμειβόμενη ομάδα. Η Tina Stöckle, μια από τις συνιδρύτριες της «Ομάδας Σπιτιού» έγραφε εκείνη την εποχή, πως ακόμα δεν είχε αποφασιστεί «... αν θα μπορούσαν να δουλέψουν στο Σπίτι των Τρελών άνθρωποι που δεν είχαν υπάρξει ακόμα στο ψυχιατρείο. Η ουσιαστική προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι, αυτοί οι άνθρωποι να έχουν αναπτύξει μια κατανόηση για τα προσωπικά τους προβλήματα και άρα για τα προβλήματα και των Τρελών, και να μπορούν να είναι εκεί, χωρίς την απαίτηση να εξαναγκάσουν ή να πειθαναγκάσουν σε κάτι κάποιον απ’ αυτούς που ζητούν βοήθεια (...)
Αυτό που μας έκανε εντύπωση στην «Σοσιαλιστική Αυτοβοήθεια Κολωνίας» (SSK, Sozialistische Selbsthilfe Köln e.V., P.L), είναι ότι οι επιμέρους συνεργάτες πρέπει να είναι πάρα πολύ δεσμευμένοι σ’ αυτό που κάνουν, και να λειτουργούν αυστηρά μέσα σε ομάδα, διαφορετικά θα κατέρρεε η συνολική οργάνωση. Σε ένα τέτοιο σχήμα υπάρχει ουσιαστικά πολύ λίγος χώρος για ανθρώπους, που για κάποιο διάστημα δεν μπορούν να οργανώσουν τον εαυτό τους και είναι υπερβολικά απασχολημένοι μ’ αυτό που τους συμβαίνει. Η ζωή στην «Σοσιαλιστική Αυτοβοήθεια» (SSK) είναι σκληρή και ως εκ τούτου απορρίπτεται για το δικό μας «Σπίτι των Τρελών» ως πρότυπο, γιατί εμείς θέλουμε ακριβώς να προσφέρουμε χώρο και προστασία σε ανθρώπους, που δεν λειτουργούν πια – πράγμα που κάποια στιγμή μπορεί να αφορά και σε μας τους ίδιους. Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε μόνο περιορισμένα να αυτοχρηματοδοτηθούμε μέσα από συνεταιριστικές κολεκτίβες. Για τη δημιουργία ενός «Σπιτιού των Τρελών» θα ήταν αναγκαία γι’ αυτό μια κρατική επιχορήγηση« (Stöckle 1983b, σ.
Συμβιβαστικά καταλήξαμε στο εξής: κάθε πτέρυγα προσπαθεί να υλοποιήσει τη δική της ιδέα, οι δύο ιδέες δεν πρέπει να αλληλοαναιρούνται, αλλά το αντίθετο.
Στην πορεία του χρόνου η «Ομάδα Σπιτιού» μεγάλωσε. Σ’ αυτήν εντάχθηκαν όλο και περισσότερα μεμονωμένα άτομα, που δεν είχαν προσωπική ψυχιατρική εμπειρία, αλλά σκέφτονταν, λίγο ή πολύ, έξω από την ψυχιατρική ιδεολογία. Όπως είναι φυσικό, αναπτύχθηκαν σχέσεις και έρωτες ανάμεσα σε μέλη της «Ομάδας Σπιτιού». Και λειτουργούσε καλά, όσο κρατούσαν και οι σχέσεις. Όταν όμως διαλύονταν σχέσεις, ειδικά ανάμεσα σε άμεσα ενδιαφερόμενους και μη, ακολουθούσε και η γνωστή προσωπική καταστροφή των εμπλεκομένων: δεν ήταν πια εφικτή μια συνεργασία ανάμεσα σε άμεσα ενδιαφερόμενους και μη και ο πρώην σύντροφος που είχε απορριφθεί (ο μη άμεσα ενδιαφερόμενος), έπρεπε «να ψάξει τον εαυτό του και να αποχωρίσει».
Ενώ στα επόμενα χρόνια δεν αναφέρεται καμιά περαιτέρω δραστηριότητα από την πτέρυγα που υποστηρίζει την ίδρυση του «Σπιτιού των Τρελών» μόνο από άμεσα ενδιαφερόμενους, η Ομάδα που είχε οργανωθεί γύρω από την Tina Stöckle είναι πράγματι πολύ δραστήρια, παίρνει πάνω της όλη τη δουλειά για την οργάνωση του προγράμματος και αρχίζει να διατυπώνει τη φιλοσοφία.
Το 1986 ακούμε, τα μέλη αυτής της «Ομάδας Σπιτιού», για ένα ίδρυμα ενός μυθικά ζάμπλουτου ανθρώπου με το όνομα Jan Philipp Reemtsmas. Μάλιστα ένα μέλος της «Επίθεσης των τρελών» είχε στο παρελθόν και προσωπικές σχέσεις με την οικογένεια Reemtsma, καθώς η οικογένεια είχε χρηματοδοτήσει τις σπουδές του. Ωστόσο δεν θα ΄πρεπε να αναφερθούμε σ’ αυτή τη σχέση, μια και το μέλος μας είχε στο παρελθόν, στον καιρό της τρέλας του, εκνευρίσει δεόντως τους ευεργέτες του.
Μάθαμε πως το ίδρυμα Reemtsma χρηματοδοτεί κατά κύριο λόγο ερευνητικά προγράμματα. Έτσι, κάναμε αίτηση για κεφάλαια για έρευνα, και μάλιστα ειδικά για να ερευνήσουμε κατά πόσο μπορεί να δημιουργηθεί ένα «Σπίτι Φυγής» στο πρότυπο των ολλανδικών, αλλά με αντιψυχιατρική φιλοσοφία και χωρίς ψυχοφάρμακα (Πρόγραμμα Weglaufhaus 1987). Αυτή η ιδέα είχε κάποια πλεονεκτήματα σε σχέση με το «Σπίτι των Τρελών»: έμοιαζε πιο απλό να ιδρυθεί, γιατί η εμπειρία είχε δείξει ήδη ότι άνθρωποι που δραπέτευαν από τα ψυχιατρεία έψαχναν προστασία στην «Eπίθεση των Τρελών». Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν καν τόσο τρελοί και αναζητούσαν κυρίως στέγη, νομική και οικονομική υποστήριξη και ανθρώπους για να μιλάνε. Δεν χρειαζόταν να βρούμε καμιά περαιτέρω φιλοσοφική απάντηση στο ερώτημα, πώς θα έφταναν στο Σπίτι τρελοί σε κρίση και τι θα έπρεπε τότε να γίνει μ’ αυτούς, γιατί η γενική εμπειρία ήταν ότι σ’ αυτήν την κατάσταση οι άνθρωποι δεν ήθελαν με τίποτα να μείνουν, ακόμα κι αν έξω υπήρχε η απειλή του ψυχιατρείου. Εκτός αυτού μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε την εμπειρία των ολλανδικών σπιτιών.
Άνθρωποι χωρίς ψυχιατρική εμπειρία, με τους οποίους είχαμε μια θετική εμπειρία ως τότε, μπορούσαν να συμπεριληφθούν στη συνεργασία μαζί μας. Η επιρροή των άμεσα ενδιαφερόμενων στα τεκταινόμενα εξασφαλίστηκε με την κατοχύρωση του δικαιώματος του βέτο. Το Σπίτι Φυγής θα έπρεπε να προσφέρει αμειβόμενες θέσεις εργασίας και τα στελέχη του θα έπρεπε να διατηρούν το δικό τους σπίτι εκτός, ως έναν χώρο προσωπικής απόσυρσης και ξεκούρασης.
Δημιουργία της Ομάδας του Σπιτιού Φυγής
Οι επιχορηγήσεις απορρίφθηκαν με την κλασική αιτιολογία «καμιά αρμοδιότητα», ωστόσο η αναγκαία πρώτη γραπτή διατύπωση της φιλοσοφίας του προγράμματος μας βοήθησε να ξεκαθαρίσουμε οι ίδιοι το πόσο ριζικά διαφορετικές ιδέες υπήρχαν ανάμεσά μας, όταν μιλούσαμε για το «Σπίτι». Η δημοσίευση ενός άρθρου στο περιοδικό της «Επίθεσης των Τρελών», καθώς και άλλου τύπου δημοσιοποίηση της ιδέας, π.χ. στο ραδιόφωνο, οδήγησε στο να έρθουν σε επαφή με την Ομάδα του Σπιτιού και μια σειρά ενδιαφερόμενοι, χωρίς προσωπική ψυχιατρική εμπειρία.
Έτσι γεννήθηκε η «Ομάδα του Σπιτιού Φυγής» και εξελίχθηκε σε μια ομάδα με προσωπικό στίγμα και ομαδική συνείδηση. Η φιλοσοφία εξελίχθηκε περαιτέρω. Γράφτηκαν αιτήσεις χρηματοδότησης, εν μέρει και κάτω από τεράστια πίεση χρόνου, μια και από τις διάφορες διοικήσεις ετίθεντο συνεχώς προθεσμίες, με την τήρηση των οποίων συνδέαμε μεγάλες ελπίδες για την έγκριση του αιτήματός μας.
Ακόμα σ’ αυτή τη φάση το Σπίτι Φυγής βρίσκεται σε στενή σύνδεση με την «Επίθεση των τρελών». Ωστόσο στους κόλπους της «Επίθεσης» αρχίζουν να φαίνονται τα πρώτα μεγάλα προβλήματα. Η πρακτικές παύουν να είναι τόσο ειρηνικές και ικανοποιητικές όσο τα πρώτα χρόνια. Έρχεται η ρουτίνα. Μερικοί συνεργάτες, που βρισκόταν συχνά υπερβολικά πολύ στο επίκεντρο των δρώμενων, χάνουν την όρεξη να αφηγούνται ξανά και ξανά τη δική τους προσωπική ψυχιατρική ιστορία. Εμφανίζονται κατηγορίες εναντίον τους ότι γίνονται ελίτ, ότι είναι πιο καλά απ’ όσο θα ΄πρεπε, το καλύτερο θα ήταν να ξαναζήσουν για λίγο τι θα πει ψυχιατρική βία. Εμφανίζονται αμφιβολίες στο κατά πόσο έχει νόημα η ομάδα αυτοβοήθειας. Οι παλιές ιεραρχίες, οι βασισμένες στο πόσο είναι κανείς αγαπητός και αναγνωρισμένος, αντικαθίστανται από νέες ιεραρχίες: ποιος είναι π.χ. ο πιο επιζών της ψυχιατρικής ανάμεσα στους επιζώντες, ο πιο άμεσα ενδιαφερόμενος ανάμεσα στους άμεσα ενδιαφερόμενους, ποιος νιώθει χειρότερα; Οι άμεσα ενδιαφερόμενοι χωρίς ακαδημαϊκές σπουδές ή χωρίς πτυχίο είναι από άποψη αρχής πιο αυθεντικοί απ’ αυτούς με ολοκληρωμένες σπουδές; Το να υποφέρει κανείς μετατρέπεται σε εύσημο και το να είναι κανείς μορφωμένος σε μομφή, μια κομψή εμφάνιση ξυπνά υποψίες, άνδρες με κουστούμι θεωρούνται έτσι κι αλλιώς κοινωνικοί προδότες, όσα βασανιστήρια κι αν έχουν περάσει στα ψυχιατρεία. Ο χώρος συνάντησης της ομάδας πρέπει να θυμίζει τεκέ με την ακαταστασία του και όποιος θέλει εκεί να καθαρίσει και να συγυρίσει απορρίπτεται ως αστός και «Φυσιολογικός». Αλλά και άλλες συγκρούσεις εμφανίζονται και μπαίνουν ανάμεσά μας. Πόσο μπορούν οι ευαισθητούληδες να αντέξουν την εργασιομανία των τύπων Μάνατζερ; Πόσο ακόμα θα ανεχτούν όσοι επιχειρηματολογούν ψύχραιμα αυτούς που μοιάζουν να έχουν πάρει εργολαβία τον συναισθηματισμό; Και η γενική συνέλευση, στην οποία εκτός από το Προσωπικό συζητείται επίσης και το Πολιτικό, δεν βρίσκεται πολύ μακριά από τις ανάγκες αυτών που θέλουν κυρίως παρέα και κοινωνική ανταλλαγή («καφέ και κουτσομπολιό»);
Μερικά μέλη της «Επίθεσης των τρελών», που συνεργάζονται και στην ομάδα του «Σπιτιού Φυγής» προσπαθούν να αποφύγουν την γκρίνια που υφίστανται στη δευτεριάτικη συνέλευση της «Επίθεσης» και κανονίζουν να γίνονται οι γενικές συνελεύσεις της Ομάδας του Σπιτιού επίσης Δευτέρα απόγευμα. Αν σ’ αυτή τη συνάντηση έρχονται και μέλη της άλλης ομάδας, που δουλεύει για το «Σπίτι των τρελών» οι υπόλοιποι αισθάνονται ενοχλημένοι: δεν παρακολούθησαν τη συνολική εξέλιξη μέχρι τώρα και δε γίνεται να ξανασυζητιούνται και πάλι όλα απ’ την αρχή, επειδή τους έρχεται αυτούς να εμφανίζονται πότε-πότε.. Μη άμεσα ενδιαφερόμενοι, που τείνουν να χρησιμοποιούν πότε-πότε ψυχιατρικές έννοιες, δεν διαολοστέλνονται απ’ την αρχή. Στην ομάδα του «Σπιτιού φυγής» έχει ήδη αναπτυχθεί ένα ιδιαίτερο, πιο υπομονετικό στιλ συζήτησης, παρόλο που, κυρίως, η ιδεολογία της κοινωνικής ψυχιατρικής είναι το ίδιο απορριπτέα, όσο και στους κόλπους της «Επίθεσης των Τρελών».
Η Ομάδα του «Σπιτιού φυγής» και η «επίθεση των τρελών» φτάνουν σε σύγκρουση. Από την άλλη πλευρά η συμμετοχή μερικών προσώπων και στις δύο ομάδες και το γεγονός ότι και οι δύο είναι αντιψυχιατρικές και ελεγχόμενες από άμεσα ενδιαφερόμενους δημιουργεί μια σημαντική σύνδεση. Εκτός αυτού η «Επίθεση των Τρελών» είναι αναγνωρισμένη από το Δήμο του Βερολίνου ως οργανισμός κοινής ωφέλειας και τέλος πάντων δεν ήταν δική της επιθυμία να ιδρύσει ένα σπίτι φυγής; Αυτά τα δύο δεν αρκούν, ώστε να μην αμφισβητείται από πρώτης αρχής το ότι το Σπίτι Φυγής θα τρέξει κάτω από το φορέα της «Επίθεσης των τρελών»; Και όμως…
…τότε ήρθε το Εκατομμύριο
Ένα μέλος της ομάδας του Σπιτιού Φυγής επαναλαμβάνει από καιρού εις καιρόν ότι θα ήθελε να κάνει μια δωρεά για το Σπίτι, όπως έχει ήδη οριστεί η φιλοσοφία του. Αυτός ο άνθρωπος, ο οποίος όμως ήταν νέος στην ομάδα, δεν βρίσκει την αναμενόμενη προσοχή από τους υπόλοιπους, μια και η ομάδα είναι πεπεισμένη ότι είναι πολύ νωρίς για μια δωρεά μερικών χιλιάδων μάρκων , με την οποία δεν μπορούμε να πάμε και πολύ μακριά, κι έτσι αυτός πιέζει επιτέλους για ένα συγκεκριμένο ραντεβού. Σε μια πιτσαρία, με την παρουσία τριών έμπιστων για τον ίδιο μελών της ομάδας, ο άνδρας βγάζει από την τσέπη του το βιβλιάριο ενός λογαριασμού, και τον δείχνει: 1.000.000 μάρκα. Μ΄ αυτά τα χρήματα θα μπορούσαμε να αγοράσουμε ένα σπίτι.
Θέλει ωστόσο να παραμείνει ανώνυμος, από φόβο μήπως πια αντιμετωπίζεται από φίλους και γνωστούς μόνο ως χρηματοδότης. Η είδηση για τα λεφτά εξαπολύει στη ομάδα του Σπιτιού ενθουσιασμό, και πρώτα απ’ όλα στην «Επίθεση των Τρελών». Κι όμως…
…τότε έρχεται η σύγκρουση
Η Ομάδα του Σπιτιού φυγής οραματίζεται τον εαυτό της να φτάνει στο στόχο της αγοράζοντας το σπίτι. Το ίδιο όμως κάνει και η παράταξη του «Σπιτιού των Τρελών»: με αυτό το εκατομμύριο θα έφτανε πολύ κοντά στην πραγματοποίηση του ονείρου της. Εκπρόσωποι αυτής της παράταξης εισβάλλουν κυριολεκτικά στην γενική συνέλευση της «Επίθεσης των Τρελών», από την οποία έπρεπε να εκλεγούν το διοικητικό συμβούλιο και ταμίας, για να απαιτήσουν «πρόσβαση στο λογαριασμό». Για όσους δεν ξέρουν, πρέπει να ειπωθεί ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή και για τα οχτώ χρόνια της ύπαρξης της ομάδας, η γενική συνέλευση της «Επίθεσης των Τρελών» ήταν ένα πράγμα που τελείωνε ειρηνικά και εντός δεκαλέπτου. Τώρα η συνέλευση πρέπει να συγκληθεί ξανά και ξανά , γιατί διαρκώς ακούγονται ουρλιαχτά και πετιούνται κούπες και ποτήρια στον αέρα κατά τη διάρκειά της. Ωστόσο αυτό δεν άλλαξε σε τίποτα στο θέμα του λογαριασμού. Το Εκατομμύριο δόθηκε όχι στην «Επίθεση των τρελών», αλλά στην ομάδα του «Σπιτιού φυγής» και μάλιστα όχι μετρητά, αλλά ως πληρωμή ενός σπιτιού, που έμελλε να αναζητηθεί και να αγοραστεί. Αυτές όμως οι λεπτομέρειες δεν ενδιέφεραν όμως κανέναν πια. Αν το εκατομμύριο δεν είναι στο λογαριασμό, αυτό σημαίνει ότι κλάπηκε – αυτή είναι η κατηγορία που διατυπώνεται τώρα. Ο δωρητής πρέπει να κατονομαστεί και να γίνει γνωστή η διεύθυνση του, ώστε μέλη της παράταξης του «Σπιτιού των Τρελών» να μπορέσουν να πάνε και να τον βρουν και να του εξηγήσουν ότι αυτοί έχουν μεγαλύτερα δικαιώματα στα χρήματα απ’ ό,τι εμείς: χρειάζονται μόνο ένα σπίτι και θα μπορούσαν να ξεκινήσουν αμέσως. Και αρχίζει η σφαγή της λασπολογίας.
Μια σειρά από υπόγειες συγκρούσεις καθιστά αδύνατη μια ειρηνική συμφωνία. Η Ομάδα του Σπιτιού Φυγής, παρόλο που στο μεταξύ έχει κερδίσει μια σχετική αυτονομία, παραμένει συνδεδεμένη με την «Επίθεση των τρελών», τόσο λόγω της ιστορίας συγκρότησής της και του κοινωφελούς χαρακτήρα της, όσο και λόγω της επικείμενης οικονομικής υποστήριξής της από το Δήμο. Μερικοί άμεσα ενδιαφερόμενοι της Ομάδας του Σπιτιού Φυγής συνεχίζουν να πιστεύουν σε μια καλοπροαίρετη λύση και προσπαθούν γι΄ αυτή, κάνοντας αδύνατο έναν γοργό χωρισμό των δύο ομάδων. Ο προσωπικός χωρισμός και ενός ζευγαριού από δύο μακροχρόνια μέλη της «Επίθεσης των Τρελών», η δυναμική του οποίου συχνά ξεσπούσε και εν μέσω των γενικών συνελεύσεων, επιβαρύνει ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Η απέχθεια πολλών μελών της «Επίθεσης των τρελών» απέναντι σε ψυχολόγους, αποτέλεσμα των προσωπικών τους δυσάρεστων εμπειριών στα ιδρύματα και σε θεραπείες, παίρνει εύκολα τη μορφή προσωπικής επίθεσης εναντίον μεμονωμένων μελών της Ομάδας του Σπιτιού Φυγής.
Το 1989 ιδρύεται ο κοινωφελής «Σύλλογος για την προστασία από την ψυχιατρική βία» (Verein zum Schutz vor psychiatrischer Gewalt e.V. ). Η νομική δομή του συλλόγου και η εμπλοκή του με την «Επίθεση των Τρελών» αποδείχθηκε ανασταλτικός παράγοντας για δράση, και εκτός αυτού πρέπει να δοθεί η δυνατότητα σε πρόσωπα με μη ψυχιατρική εμπειρία να αναλάβουν δράση μέσα στο σύλλογο. Παρόλ’ αυτά εντάσσονται στον νέο σύλλογο και μέλη της «Ομάδας της Τρελών» Μακροχρόνια ενεργά μέλη της Ομάδας του Σπιτιού Φυγής εγκαταλείπουν με εκνευρισμό το σύλλογο, επικρατεί η σύγκρουση και το πράγμα μπλοκάρεται μέχρι του σημείου δημόσιων επιθέσεων, καθώς και μιας παρότρυνσης τριών μελών της «Επίθεσης των τρελών» προς την αντιδημαρχία Υγείας να μην υποστηρίξει οικονομικά το προγραμματισμένο «Σπίτι Φυγής». Ωστόσο όλ’ αυτά δεν προκαλούν καμιά σοβαρή ζημιά, γιατί ο Δήμος απορρίπτει έτσι κι αλλιώς την αίτηση χρηματοδότησης.
| | Peter Lehmann Στο: Kerstin Kempker (Hg.), »Flucht in die Wirklichkeit. Das Berliner Weglaufhaus«, 1996, σ. 30 - 37 Μετάφραση από τα γερμανικά: Άννα Εμμανουηλίδου Βλ. http://www.antipsychiatrieverlag.de/verlag/titel/flucht.htm Για να δραπετεύεις.. Πώς δημιουργήθηκε το Σπίτι Φυγής Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια αντιψυχιατρική ομάδα αυτοβοήθειας επιζησάντων τη ψυχιατρικής, μια κοινότητα αλληλεγγύης με το όνομα «Η επίθεση των Τρελών» (Irrenoffensive e.V.). Οργανωθήκαμε μεταξύ μας το 1980 στο Βερολίνο, με σκοπό να στηρίξουμε και να ενδυναμώσουμε ο ένας τον άλλον, να ανταλλάσσουμε εμπειρίες και να αναλάβουμε από κοινού δράση ενάντια στην ψυχιατρική. Μαζί με μέλη του «Κέντρου Διαμαρτυριών γύρω από τα Ψυχιατρεία» η ομάδα μας πήγε το 1982 με δύο βανάκια volkswagen στο Άμστερνταμ στο συνέδριο »Psychipol«, το οποίο αφορούσε σε εναλλακτικές λύσεις στην κλασική ψυχιατρική. Στο περιθώριο του συνεδρίου η ομάδα μας επισκέφτηκε το Wegloophuis Kaizersgracht, ήταν το ολλανδικό Σπίτι Φυγής στο Κάιζερσκραχτ. Η έκπληξή μας που υπήρχε κάτι τέτοιο, οδήγησε μετά την επιστροφή μας στο Βερολίνο στην σφοδρή επιθυμία να οργανώσουμε ένα σπίτι για ένα πρόγραμμα δικό μας. Δημιουργήθηκε μια «Ομάδα Σπιτιού» από μέλη της «Επίθεσης των Τρελών» και του «Κέντρου Διαμαρτυριών» του Βερολίνου, κατά κύριο λόγο από φοιτήτριες και φοιτητές ψυχολογίας, οι οποίοι δεν είχαν προσωπική ψυχιατρική εμπειρία (Stöckle 1983a). Αυτή η ομάδα συναντιόταν σταθερά και άρχισε σιγά-σιγά να διατυπώνει με κάποια σαφήνεια το τι έμελλε να διαδραματίζεται σ’ αυτό το σπίτι που οραματιζόμασταν. ΄Ηδη από το 1983 φάνηκε ότι υπήρχαν διαφορετικές απόψεις. Ένα τμήμα της «Ομάδας Σπιτιού» ήθελε να ιδρύσει ένα εναλλακτικό αντιψυχιατρικά εμπνεόμενο τρελοκομείο, ένα «Σπίτι των Τρελών», στο οποίο θα έμεναν αποκλειστικά πρόσωπα με προσωπική ψυχιατρική εμπειρία, και κυρίως μέλη της «Επίθεσης των Τρελών». Το σύνθημά τους ήταν «κοινή ζωή, κοινή δουλειά, κοινός αγώνας». Το σπίτι θα πρόσφερε προστασία από την μόνιμη απειλή της προσαγωγής στο ψυχιατρείο. Επιδόματα πρόνοιας, ανάρρωσης και αναπηρικές συντάξεις θα πρόσφεραν την αναγκαία οικονομική εξασφάλιση, θα έκαναν περιττές κρατικές επιχορηγήσεις και θα καθιστούσαν εφικτή την απαλλαγή από την απομόνωση και τις συνθήκες ζωής που παρήγαγαν την τρέλα (Pietsch 1983). ΄Eνα άλλο τμήμα της «Ομάδας Σπιτιού» ήθελε επίσης ένα «Σπίτι των τρελών»: ωστόσο θα έπρεπε να είναι χρηματοδοτούμενο από το κράτος, καθοδηγημένο από τις εμπειρίες των άμεσα ενδιαφερόμενων, αλλά χωρίς αποκλεισμό άλλων εμπειριών. Η αμιγής πρόταση της αυτοβοήθειας θα διευρυνόταν, λαμβάνοντας υπόψιν ικανότητες ανθρώπων χωρίς ψυχιατρική εμπειρία και προς όφελος και άλλων κοινωνικών ομάδων. Αυτό το σπίτι όφειλε λοιπόν να στελεχωθεί και να λειτουργεί από μια κατά το δυνατόν μεικτή και αμειβόμενη ομάδα. Η Tina Stöckle, μια από τις συνιδρύτριες της «Ομάδας Σπιτιού» έγραφε εκείνη την εποχή, πως ακόμα δεν είχε αποφασιστεί «... αν θα μπορούσαν να δουλέψουν στο Σπίτι των Τρελών άνθρωποι που δεν είχαν υπάρξει ακόμα στο ψυχιατρείο. Η ουσιαστική προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι, αυτοί οι άνθρωποι να έχουν αναπτύξει μια κατανόηση για τα προσωπικά τους προβλήματα και άρα για τα προβλήματα και των Τρελών, και να μπορούν να είναι εκεί, χωρίς την απαίτηση να εξαναγκάσουν ή να πειθαναγκάσουν σε κάτι κάποιον απ’ αυτούς που ζητούν βοήθεια (...) Αυτό που μας έκανε εντύπωση στην «Σοσιαλιστική Αυτοβοήθεια Κολωνίας» (SSK, Sozialistische Selbsthilfe Köln e.V., P.L), είναι ότι οι επιμέρους συνεργάτες πρέπει να είναι πάρα πολύ δεσμευμένοι σ’ αυτό που κάνουν, και να λειτουργούν αυστηρά μέσα σε ομάδα, διαφορετικά θα κατέρρεε η συνολική οργάνωση. Σε ένα τέτοιο σχήμα υπάρχει ουσιαστικά πολύ λίγος χώρος για ανθρώπους, που για κάποιο διάστημα δεν μπορούν να οργανώσουν τον εαυτό τους και είναι υπερβολικά απασχολημένοι μ’ αυτό που τους συμβαίνει. Η ζωή στην «Σοσιαλιστική Αυτοβοήθεια» (SSK) είναι σκληρή και ως εκ τούτου απορρίπτεται για το δικό μας «Σπίτι των Τρελών» ως πρότυπο, γιατί εμείς θέλουμε ακριβώς να προσφέρουμε χώρο και προστασία σε ανθρώπους, που δεν λειτουργούν πια – πράγμα που κάποια στιγμή μπορεί να αφορά και σε μας τους ίδιους. Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε μόνο περιορισμένα να αυτοχρηματοδοτηθούμε μέσα από συνεταιριστικές κολεκτίβες. Για τη δημιουργία ενός «Σπιτιού των Τρελών» θα ήταν αναγκαία γι’ αυτό μια κρατική επιχορήγηση« (Stöckle 1983b, σ. Συμβιβαστικά καταλήξαμε στο εξής: κάθε πτέρυγα προσπαθεί να υλοποιήσει τη δική της ιδέα, οι δύο ιδέες δεν πρέπει να αλληλοαναιρούνται, αλλά το αντίθετο. Στην πορεία του χρόνου η «Ομάδα Σπιτιού» μεγάλωσε. Σ’ αυτήν εντάχθηκαν όλο και περισσότερα μεμονωμένα άτομα, που δεν είχαν προσωπική ψυχιατρική εμπειρία, αλλά σκέφτονταν, λίγο ή πολύ, έξω από την ψυχιατρική ιδεολογία. Όπως είναι φυσικό, αναπτύχθηκαν σχέσεις και έρωτες ανάμεσα σε μέλη της «Ομάδας Σπιτιού». Και λειτουργούσε καλά, όσο κρατούσαν και οι σχέσεις. Όταν όμως διαλύονταν σχέσεις, ειδικά ανάμεσα σε άμεσα ενδιαφερόμενους και μη, ακολουθούσε και η γνωστή προσωπική καταστροφή των εμπλεκομένων: δεν ήταν πια εφικτή μια συνεργασία ανάμεσα σε άμεσα ενδιαφερόμενους και μη και ο πρώην σύντροφος που είχε απορριφθεί (ο μη άμεσα ενδιαφερόμενος), έπρεπε «να ψάξει τον εαυτό του και να αποχωρίσει». Ενώ στα επόμενα χρόνια δεν αναφέρεται καμιά περαιτέρω δραστηριότητα από την πτέρυγα που υποστηρίζει την ίδρυση του «Σπιτιού των Τρελών» μόνο από άμεσα ενδιαφερόμενους, η Ομάδα που είχε οργανωθεί γύρω από την Tina Stöckle είναι πράγματι πολύ δραστήρια, παίρνει πάνω της όλη τη δουλειά για την οργάνωση του προγράμματος και αρχίζει να διατυπώνει τη φιλοσοφία. Το 1986 ακούμε, τα μέλη αυτής της «Ομάδας Σπιτιού», για ένα ίδρυμα ενός μυθικά ζάμπλουτου ανθρώπου με το όνομα Jan Philipp Reemtsmas. Μάλιστα ένα μέλος της «Επίθεσης των τρελών» είχε στο παρελθόν και προσωπικές σχέσεις με την οικογένεια Reemtsma, καθώς η οικογένεια είχε χρηματοδοτήσει τις σπουδές του. Ωστόσο δεν θα ΄πρεπε να αναφερθούμε σ’ αυτή τη σχέση, μια και το μέλος μας είχε στο παρελθόν, στον καιρό της τρέλας του, εκνευρίσει δεόντως τους ευεργέτες του. Μάθαμε πως το ίδρυμα Reemtsma χρηματοδοτεί κατά κύριο λόγο ερευνητικά προγράμματα. Έτσι, κάναμε αίτηση για κεφάλαια για έρευνα, και μάλιστα ειδικά για να ερευνήσουμε κατά πόσο μπορεί να δημιουργηθεί ένα «Σπίτι Φυγής» στο πρότυπο των ολλανδικών, αλλά με αντιψυχιατρική φιλοσοφία και χωρίς ψυχοφάρμακα (Πρόγραμμα Weglaufhaus 1987). Αυτή η ιδέα είχε κάποια πλεονεκτήματα σε σχέση με το «Σπίτι των Τρελών»: έμοιαζε πιο απλό να ιδρυθεί, γιατί η εμπειρία είχε δείξει ήδη ότι άνθρωποι που δραπέτευαν από τα ψυχιατρεία έψαχναν προστασία στην «Eπίθεση των Τρελών». Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν καν τόσο τρελοί και αναζητούσαν κυρίως στέγη, νομική και οικονομική υποστήριξη και ανθρώπους για να μιλάνε. Δεν χρειαζόταν να βρούμε καμιά περαιτέρω φιλοσοφική απάντηση στο ερώτημα, πώς θα έφταναν στο Σπίτι τρελοί σε κρίση και τι θα έπρεπε τότε να γίνει μ’ αυτούς, γιατί η γενική εμπειρία ήταν ότι σ’ αυτήν την κατάσταση οι άνθρωποι δεν ήθελαν με τίποτα να μείνουν, ακόμα κι αν έξω υπήρχε η απειλή του ψυχιατρείου. Εκτός αυτού μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε την εμπειρία των ολλανδικών σπιτιών. Άνθρωποι χωρίς ψυχιατρική εμπειρία, με τους οποίους είχαμε μια θετική εμπειρία ως τότε, μπορούσαν να συμπεριληφθούν στη συνεργασία μαζί μας. Η επιρροή των άμεσα ενδιαφερόμενων στα τεκταινόμενα εξασφαλίστηκε με την κατοχύρωση του δικαιώματος του βέτο. Το Σπίτι Φυγής θα έπρεπε να προσφέρει αμειβόμενες θέσεις εργασίας και τα στελέχη του θα έπρεπε να διατηρούν το δικό τους σπίτι εκτός, ως έναν χώρο προσωπικής απόσυρσης και ξεκούρασης. Δημιουργία της Ομάδας του Σπιτιού Φυγής Οι επιχορηγήσεις απορρίφθηκαν με την κλασική αιτιολογία «καμιά αρμοδιότητα», ωστόσο η αναγκαία πρώτη γραπτή διατύπωση της φιλοσοφίας του προγράμματος μας βοήθησε να ξεκαθαρίσουμε οι ίδιοι το πόσο ριζικά διαφορετικές ιδέες υπήρχαν ανάμεσά μας, όταν μιλούσαμε για το «Σπίτι». Η δημοσίευση ενός άρθρου στο περιοδικό της «Επίθεσης των Τρελών», καθώς και άλλου τύπου δημοσιοποίηση της ιδέας, π.χ. στο ραδιόφωνο, οδήγησε στο να έρθουν σε επαφή με την Ομάδα του Σπιτιού και μια σειρά ενδιαφερόμενοι, χωρίς προσωπική ψυχιατρική εμπειρία. Έτσι γεννήθηκε η «Ομάδα του Σπιτιού Φυγής» και εξελίχθηκε σε μια ομάδα με προσωπικό στίγμα και ομαδική συνείδηση. Η φιλοσοφία εξελίχθηκε περαιτέρω. Γράφτηκαν αιτήσεις χρηματοδότησης, εν μέρει και κάτω από τεράστια πίεση χρόνου, μια και από τις διάφορες διοικήσεις ετίθεντο συνεχώς προθεσμίες, με την τήρηση των οποίων συνδέαμε μεγάλες ελπίδες για την έγκριση του αιτήματός μας. Ακόμα σ’ αυτή τη φάση το Σπίτι Φυγής βρίσκεται σε στενή σύνδεση με την «Επίθεση των τρελών». Ωστόσο στους κόλπους της «Επίθεσης» αρχίζουν να φαίνονται τα πρώτα μεγάλα προβλήματα. Η πρακτικές παύουν να είναι τόσο ειρηνικές και ικανοποιητικές όσο τα πρώτα χρόνια. Έρχεται η ρουτίνα. Μερικοί συνεργάτες, που βρισκόταν συχνά υπερβολικά πολύ στο επίκεντρο των δρώμενων, χάνουν την όρεξη να αφηγούνται ξανά και ξανά τη δική τους προσωπική ψυχιατρική ιστορία. Εμφανίζονται κατηγορίες εναντίον τους ότι γίνονται ελίτ, ότι είναι πιο καλά απ’ όσο θα ΄πρεπε, το καλύτερο θα ήταν να ξαναζήσουν για λίγο τι θα πει ψυχιατρική βία. Εμφανίζονται αμφιβολίες στο κατά πόσο έχει νόημα η ομάδα αυτοβοήθειας. Οι παλιές ιεραρχίες, οι βασισμένες στο πόσο είναι κανείς αγαπητός και αναγνωρισμένος, αντικαθίστανται από νέες ιεραρχίες: ποιος είναι π.χ. ο πιο επιζών της ψυχιατρικής ανάμεσα στους επιζώντες, ο πιο άμεσα ενδιαφερόμενος ανάμεσα στους άμεσα ενδιαφερόμενους, ποιος νιώθει χειρότερα; Οι άμεσα ενδιαφερόμενοι χωρίς ακαδημαϊκές σπουδές ή χωρίς πτυχίο είναι από άποψη αρχής πιο αυθεντικοί απ’ αυτούς με ολοκληρωμένες σπουδές; Το να υποφέρει κανείς μετατρέπεται σε εύσημο και το να είναι κανείς μορφωμένος σε μομφή, μια κομψή εμφάνιση ξυπνά υποψίες, άνδρες με κουστούμι θεωρούνται έτσι κι αλλιώς κοινωνικοί προδότες, όσα βασανιστήρια κι αν έχουν περάσει στα ψυχιατρεία. Ο χώρος συνάντησης της ομάδας πρέπει να θυμίζει τεκέ με την ακαταστασία του και όποιος θέλει εκεί να καθαρίσει και να συγυρίσει απορρίπτεται ως αστός και «Φυσιολογικός». Αλλά και άλλες συγκρούσεις εμφανίζονται και μπαίνουν ανάμεσά μας. Πόσο μπορούν οι ευαισθητούληδες να αντέξουν την εργασιομανία των τύπων Μάνατζερ; Πόσο ακόμα θα ανεχτούν όσοι επιχειρηματολογούν ψύχραιμα αυτούς που μοιάζουν να έχουν πάρει εργολαβία τον συναισθηματισμό; Και η γενική συνέλευση, στην οποία εκτός από το Προσωπικό συζητείται επίσης και το Πολιτικό, δεν βρίσκεται πολύ μακριά από τις ανάγκες αυτών που θέλουν κυρίως παρέα και κοινωνική ανταλλαγή («καφέ και κουτσομπολιό»); Μερικά μέλη της «Επίθεσης των τρελών», που συνεργάζονται και στην ομάδα του «Σπιτιού Φυγής» προσπαθούν να αποφύγουν την γκρίνια που υφίστανται στη δευτεριάτικη συνέλευση της «Επίθεσης» και κανονίζουν να γίνονται οι γενικές συνελεύσεις της Ομάδας του Σπιτιού επίσης Δευτέρα απόγευμα. Αν σ’ αυτή τη συνάντηση έρχονται και μέλη της άλλης ομάδας, που δουλεύει για το «Σπίτι των τρελών» οι υπόλοιποι αισθάνονται ενοχλημένοι: δεν παρακολούθησαν τη συνολική εξέλιξη μέχρι τώρα και δε γίνεται να ξανασυζητιούνται και πάλι όλα απ’ την αρχή, επειδή τους έρχεται αυτούς να εμφανίζονται πότε-πότε.. Μη άμεσα ενδιαφερόμενοι, που τείνουν να χρησιμοποιούν πότε-πότε ψυχιατρικές έννοιες, δεν διαολοστέλνονται απ’ την αρχή. Στην ομάδα του «Σπιτιού φυγής» έχει ήδη αναπτυχθεί ένα ιδιαίτερο, πιο υπομονετικό στιλ συζήτησης, παρόλο που, κυρίως, η ιδεολογία της κοινωνικής ψυχιατρικής είναι το ίδιο απορριπτέα, όσο και στους κόλπους της «Επίθεσης των Τρελών». Η Ομάδα του «Σπιτιού φυγής» και η «επίθεση των τρελών» φτάνουν σε σύγκρουση. Από την άλλη πλευρά η συμμετοχή μερικών προσώπων και στις δύο ομάδες και το γεγονός ότι και οι δύο είναι αντιψυχιατρικές και ελεγχόμενες από άμεσα ενδιαφερόμενους δημιουργεί μια σημαντική σύνδεση. Εκτός αυτού η «Επίθεση των Τρελών» είναι αναγνωρισμένη από το Δήμο του Βερολίνου ως οργανισμός κοινής ωφέλειας και τέλος πάντων δεν ήταν δική της επιθυμία να ιδρύσει ένα σπίτι φυγής; Αυτά τα δύο δεν αρκούν, ώστε να μην αμφισβητείται από πρώτης αρχής το ότι το Σπίτι Φυγής θα τρέξει κάτω από το φορέα της «Επίθεσης των τρελών»; Και όμως… …τότε ήρθε το Εκατομμύριο Ένα μέλος της ομάδας του Σπιτιού Φυγής επαναλαμβάνει από καιρού εις καιρόν ότι θα ήθελε να κάνει μια δωρεά για το Σπίτι, όπως έχει ήδη οριστεί η φιλοσοφία του. Αυτός ο άνθρωπος, ο οποίος όμως ήταν νέος στην ομάδα, δεν βρίσκει την αναμενόμενη προσοχή από τους υπόλοιπους, μια και η ομάδα είναι πεπεισμένη ότι είναι πολύ νωρίς για μια δωρεά μερικών χιλιάδων μάρκων , με την οποία δεν μπορούμε να πάμε και πολύ μακριά, κι έτσι αυτός πιέζει επιτέλους για ένα συγκεκριμένο ραντεβού. Σε μια πιτσαρία, με την παρουσία τριών έμπιστων για τον ίδιο μελών της ομάδας, ο άνδρας βγάζει από την τσέπη του το βιβλιάριο ενός λογαριασμού, και τον δείχνει: 1.000.000 μάρκα. Μ΄ αυτά τα χρήματα θα μπορούσαμε να αγοράσουμε ένα σπίτι. Θέλει ωστόσο να παραμείνει ανώνυμος, από φόβο μήπως πια αντιμετωπίζεται από φίλους και γνωστούς μόνο ως χρηματοδότης. Η είδηση για τα λεφτά εξαπολύει στη ομάδα του Σπιτιού ενθουσιασμό, και πρώτα απ’ όλα στην «Επίθεση των Τρελών». Κι όμως… …τότε έρχεται η σύγκρουση Η Ομάδα του Σπιτιού φυγής οραματίζεται τον εαυτό της να φτάνει στο στόχο της αγοράζοντας το σπίτι. Το ίδιο όμως κάνει και η παράταξη του «Σπιτιού των Τρελών»: με αυτό το εκατομμύριο θα έφτανε πολύ κοντά στην πραγματοποίηση του ονείρου της. Εκπρόσωποι αυτής της παράταξης εισβάλλουν κυριολεκτικά στην γενική συνέλευση της «Επίθεσης των Τρελών», από την οποία έπρεπε να εκλεγούν το διοικητικό συμβούλιο και ταμίας, για να απαιτήσουν «πρόσβαση στο λογαριασμό». Για όσους δεν ξέρουν, πρέπει να ειπωθεί ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή και για τα οχτώ χρόνια της ύπαρξης της ομάδας, η γενική συνέλευση της «Επίθεσης των Τρελών» ήταν ένα πράγμα που τελείωνε ειρηνικά και εντός δεκαλέπτου. Τώρα η συνέλευση πρέπει να συγκληθεί ξανά και ξανά , γιατί διαρκώς ακούγονται ουρλιαχτά και πετιούνται κούπες και ποτήρια στον αέρα κατά τη διάρκειά της. Ωστόσο αυτό δεν άλλαξε σε τίποτα στο θέμα του λογαριασμού. Το Εκατομμύριο δόθηκε όχι στην «Επίθεση των τρελών», αλλά στην ομάδα του «Σπιτιού φυγής» και μάλιστα όχι μετρητά, αλλά ως πληρωμή ενός σπιτιού, που έμελλε να αναζητηθεί και να αγοραστεί. Αυτές όμως οι λεπτομέρειες δεν ενδιέφεραν όμως κανέναν πια. Αν το εκατομμύριο δεν είναι στο λογαριασμό, αυτό σημαίνει ότι κλάπηκε – αυτή είναι η κατηγορία που διατυπώνεται τώρα. Ο δωρητής πρέπει να κατονομαστεί και να γίνει γνωστή η διεύθυνση του, ώστε μέλη της παράταξης του «Σπιτιού των Τρελών» να μπορέσουν να πάνε και να τον βρουν και να του εξηγήσουν ότι αυτοί έχουν μεγαλύτερα δικαιώματα στα χρήματα απ’ ό,τι εμείς: χρειάζονται μόνο ένα σπίτι και θα μπορούσαν να ξεκινήσουν αμέσως. Και αρχίζει η σφαγή της λασπολογίας. Μια σειρά από υπόγειες συγκρούσεις καθιστά αδύνατη μια ειρηνική συμφωνία. Η Ομάδα του Σπιτιού Φυγής, παρόλο που στο μεταξύ έχει κερδίσει μια σχετική αυτονομία, παραμένει συνδεδεμένη με την «Επίθεση των τρελών», τόσο λόγω της ιστορίας συγκρότησής της και του κοινωφελούς χαρακτήρα της, όσο και λόγω της επικείμενης οικονομικής υποστήριξής της από το Δήμο. Μερικοί άμεσα ενδιαφερόμενοι της Ομάδας του Σπιτιού Φυγής συνεχίζουν να πιστεύουν σε μια καλοπροαίρετη λύση και προσπαθούν γι΄ αυτή, κάνοντας αδύνατο έναν γοργό χωρισμό των δύο ομάδων. Ο προσωπικός χωρισμός και ενός ζευγαριού από δύο μακροχρόνια μέλη της «Επίθεσης των Τρελών», η δυναμική του οποίου συχνά ξεσπούσε και εν μέσω των γενικών συνελεύσεων, επιβαρύνει ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Η απέχθεια πολλών μελών της «Επίθεσης των τρελών» απέναντι σε ψυχολόγους, αποτέλεσμα των προσωπικών τους δυσάρεστων εμπειριών στα ιδρύματα και σε θεραπείες, παίρνει εύκολα τη μορφή προσωπικής επίθεσης εναντίον μεμονωμένων μελών της Ομάδας του Σπιτιού Φυγής. Το 1989 ιδρύεται ο κοινωφελής «Σύλλογος για την προστασία από την ψυχιατρική βία» (Verein zum Schutz vor psychiatrischer Gewalt e.V. ). Η νομική δομή του συλλόγου και η εμπλοκή του με την «Επίθεση των Τρελών» αποδείχθηκε ανασταλτικός παράγοντας για δράση, και εκτός αυτού πρέπει να δοθεί η δυνατότητα σε πρόσωπα με μη ψυχιατρική εμπειρία να αναλάβουν δράση μέσα στο σύλλογο. Παρόλ’ αυτά εντάσσονται στον νέο σύλλογο και μέλη της «Ομάδας της Τρελών» Μακροχρόνια ενεργά μέλη της Ομάδας του Σπιτιού Φυγής εγκαταλείπουν με εκνευρισμό το σύλλογο, επικρατεί η σύγκρουση και το πράγμα μπλοκάρεται μέχρι του σημείου δημόσιων επιθέσεων, καθώς και μιας παρότρυνσης τριών μελών της «Επίθεσης των τρελών» προς την αντιδημαρχία Υγείας να μην υποστηρίξει οικονομικά το προγραμματισμένο «Σπίτι Φυγής». Ωστόσο όλ’ αυτά δεν προκαλούν καμιά σοβαρή ζημιά, γιατί ο Δήμος απορρίπτει έτσι κι αλλιώς την αίτηση χρηματοδότησης. Στα επόμενα χρόνια, αρχές της δεκαετίας του 90, εγκαταλείπουν σταδιακά και άλλα μέλη την «Επίθεση των Τρελών» και προσχωρούν εν μέρει στο Σύλλογο για την Προστασία από την ψυχιατρική βία. Όλα τα μέλη της παράταξης των «Τρελών» χάνουν επίσης το ενδιαφέρον τους για την «Επίθεση των τρελών», αλλά συνεχίζουν να κριτικάρουν στο περιοδικό τους με το δικό τους τρόπο (Aύγουστος 1991) το πρόγραμμα του Σπιτιού Φυγής. Αυτά τα γραπτά συνεχίζουν να εμφανίζονται και να ανάβουν μια φωτιά, που παλιά δεν υπήρχε. Το φάντασμα του τρόμου συνεχίζει να στοιχειώνει ατέλειωτες και κυρίως άχρηστες συζητήσεις και τη σιωπή που έμεινε πίσω, ο καταστροφικός διχασμός των κριτικά σκεπτόμενων επιζησάντων της ψυχιατρικής στο Βερολίνο συνεχίζει να υπάρχει.. Πέτερ Λέμαν, 1996, το κείμενο γράφτηκε λίγο πριν την τελική ίδρυση του Σπιτιού Φυγής. |